shark24

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Υπόθεση Μποσμάν - Ένας ποδοσφαιριστής που δεν έπαιξε ποτέ σε υψηλό επίπεδο κατάφερε να αλλάξει την ιστορία του ποδοσφαίρου

15η Δεκεμβρίου του 1995. Το ευρωπαϊκό και κατ' επέκταση το παγκόσμιο ποδόσφαιρο άλλαζε ριζικά εκείνη την ημέρα. Σε συλλογικό επίπεδο. Ήταν η μέρα της απόφασης στην υπόθεση Μποσμάν...







Το 1990 τα φώτα όλου του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου ήταν στραμμένα στην Ιταλία, καθώς η γειτονική μας χώρα είχε καταφέρει κάτι μοναδικό, να έχει στην κατοχή της και τα τρία ευρωπαϊκά Κύπελλα. Η Μίλαν των «ιπτάμενων» Ολλανδών Φαν Μπάστεν, Γκούλιτ και Ράικαρντ με το Πρωταθλητριών, η Γιουβέντους με το ΟΥΕΦΑ και η Σαμπτόρια με το Κυπελλούχων είχαν κάνει όλη την Ευρώπη να μιλάει… ιταλικά. 

Την ίδια περίοδο όμως σε κάποια άλλη χώρα της Ευρώπης και συγκεκριμένα στο Βέλγιο θα ξεκινούσε να παίζεται ένας άλλος αγώνας, όχι ποδοσφαιρικός, αλλά δικαστικός, που έμελλε να αλλάξει για πάντα το χαρακτήρα του «βασιλιά των σπορ». Ένας άσημος Βέλγος ποδοσφαιριστής ο Ζαν Μαρκ Μποσμάν θα ξεκινούσε ένα δικαστικό «Γολγοθά» που θα κρατούσε πέντε χρόνια και όταν στις 15 Δεκεμβρίου του 1995 έβγαινε η απόφαση που τον δικαίωνε, τίποτα πια δε θα ήταν το ίδιο στον ποδοσφαιρικό χάρτη. 

 ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΟΛΑ

 Θα μπορούσε να είναι κουίζ σε κάποιο παιχνίδι. Πώς γίνεται ένας ποδοσφαιριστής που δεν έπαιξε ποτέ σε υψηλό επίπεδο να αλλάξει ριζικά το μέλλον του ποδοσφαίρου; Κι όμως γίνεται, αφού ο Ζαν Μαρκ Μποσμάν δε χρησιμοποίησε τα πόδια του αλλά το μυαλό του για να το πετύχει. 

Η ιστορία ξεκινάει το 1990 όταν ο 28χρονος - τότε - Βέλγος αγωνιζόταν στην RC Λιέγης και το συμβόλαιο που είχε με την ομάδα έφτανε στη λήξη του. Η Λιέγη πρότεινε στον Βέλγο μέσο να μειωθούν οι αποδοχές του και από 120.000 βελγικά φράγκα που έπαιρνε, θα έπρεπε να αρκεστεί στα 90.000. 

Αυτό ήταν φυσικά κάτι που δεν άρεσε στον Μποσμάν και έτσι άρχισε να αναζητά προτάσεις από άλλους συλλόγους προκειμένου να συνεχίσει την καριέρα του σε κάποια ομάδα με καλύτερες αποδοχές. Η USL Δουνκέρκη ήταν η ομάδα στη Β΄ κατηγορία της Γαλλίας που του έκανε την καλύτερη πρόταση. Η απάντηση από τη Λιέγη ήταν αρνητική αφού οι Βέλγοι δεν πείστηκαν ότι ο γαλλικός σύλλογος μπορεί να πληρώσει τα λεφτά της μεταγραφής (τότε έπρεπε να πάρει λεφτά και ο σύλλογος από τον οποίο έφευγε ο παίκτης) και έτσι «πάγωσαν» οι διαπραγματεύσεις. 


Ο Μποσμάν βρέθηκε να παίζει με τις «ρεζέρβες» της ομάδας, αλλά δεν έπαψε ούτε στιγμή να σκέφτεται πως θα ξέφευγε από τα «δίχτυα» της Λιέγης. Προσέλαβε μια ομάδα νέων δικηγόρων και «πατώντας» στις Συνθήκες της Ρώμης ξεκίνησε το ταξίδι προς την προσωπική δικαίωση. 

Οι Συνθήκες της Ρώμης που είναι ο θεμέλιος λίθος της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι κάθε εργαζόμενος είναι ελεύθερος να εργάζεται σε όποια χώρα – μέλος της Ένωσης επιθυμεί. Η ελεύθερη διακίνηση εργαζομένων όμως μέχρι να εμφανιστεί ο Βέλγος δεν είχε αγγίξει το ποδόσφαιρο. 

Η βελγική ομοσπονδία όπως και η UEFA τάχθηκαν εναντίον του Μποσμάν και η υπόθεση κατέληξε στο Ανώτατο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο . Η απόφαση 5 χρόνια αργότερα θα προκαλούσε αναστάτωση στον ποδοσφαιρικό κόσμο αφού θα άλλαζε ριζικά τα ως τότε δεδομένα. Συγκεκριμένα η απόφαση έλεγε πως κάθε ποδοσφαιριστής που είναι πολίτης χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορεί να αγωνίζεται χωρίς περιορισμούς σε οποιαδήποτε ομάδα της Ένωσης. 

Ο παίκτης θα είναι ελεύθερος να επιλέξει την ομάδα της αρεσκείας του, για να συνεχίσει την καριέρα του και θα έχει το δικαίωμα να διαπραγματευτεί έξι μήνες πριν τη λήξη του συμβολαίου του, χωρίς η παλιά του ομάδα να έχει οικονομικές απολαβές από αυτό. 

Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει για το Βέλγο ποδοσφαιριστή που δεν έγινε γνωστός για τη μπάλα που έπαιζε, αλλά για το πείσμα του να δικαιωθεί. Η απόφαση σταθμός, γνωστή ως «νόμος Μποσμάν» άλλαξε τη ζωή πάρα πολλών ποδοσφαιριστών, αλλά όχι του ίδιου του Βέλγου. Όχι μόνο δεν πήρε την πολυπόθητη μεταγραφή για τη Δουνκέρκη αλλά τερμάτισε άδοξα την καριέρα του το 1996 και σήμερα προσπαθεί δύσκολα να τα βγάλει πέρα. 

Πριν από λίγα χρόνια έδωσε μια συνέντευξη στο περιοδικό της UEFA κάνοντας έναν απολογισμό: «Είμαι περήφανος γιατί έκανα ότι μπορούσα για να βοηθήσω τους ποδοσφαιριστές και να κυνηγήσω το όνειρό μου. Πρέπει όλοι να καταλάβουν ότι έπραξα ότι μου υπαγόρευε η συνείδηση μου. Και ας μη γελιέται κανείς: αν δεν ήμουν εγώ, κάποιος άλλος θα είχε βγει μπροστά για να αμφισβητήσει το σύστημα…». 

ΤΑ «ΘΥΜΑΤΑ» ΤΟΥ «ΜΠΟΣΜΑΝ»

Λίγους μήνες μετά από την καθιέρωση του πολυσυζητημένου νόμου, όπως ήταν φυσικό άρχισαν να υπάρχουν οι πρώτες αλυσιδωτές αντιδράσεις στο ποδοσφαιρικό στερέωμα. Το κλίμα που είχε δημιουργηθεί σηματοδοτούσε το τέλος μιας εποχής και ο αθλητισμός άνοιγε μια καινούρια σελίδα στην ιστορία του. Άρχισε σιγά – σιγά να αλλοιώνεται η ταυτότητα των συλλόγων αφού στις τάξεις τους έμπαιναν ανεξέλεγκτα παίκτες από όλες τις χώρες της Ένωσης. 


Τον Μάιο του 1995 ο Άγιαξ κατέκτησε το Τσάμπιονς Λίγκ με οκτώ από τους έντεκα παίκτες του να προέρχονται από το Άμστερνταμ και τις γύρω περιοχές. Λίγο καιρό αργότερα από το καλοκαίρι του 1996 τα «μωρά» του Φαν Γκαάλ άρχισαν σταδιακά να μεταγράφονται σε ξένους συλλόγους και το 1998 μετά τη μαζική έξοδο από την υπερομάδα του ’95 είχαν μείνει μόνο δύο, ο Φαν ντερ Σαάρ και ο Λιτμάνεν. 

Το πρώτο μεγάλο «θύμα» της υπόθεσης Μποσμάν ήταν πλέον γεγονός. Οι αλλαγές δε θα μπορούσαν να αφήσουν αμέτοχη τη «Μέκκα» του ποδοσφαίρου. 

Στην Αγγλία οι ομάδες άρχισαν να απαρνούνται την παράδοση και τη βαριά ιστορία και το ποδοσφαιρικό αγγλικό λόμπι άρχισε να γίνεται ένα πολυεθνικό «μωσαϊκό» που σήμερα στις τάξεις του μπορεί να βρει κανείς παίκτες που κατάγονται από όλες τις γωνιές του πλανήτη. Έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που αγγλική ομάδα κατέβασε ενδεκάδα στο παιχνίδι αποτελούμενη από έντεκα Άγγλους παίκτες. 

Ήταν η Άστον Βίλα που στις 27 Φεβρουαρίου του 1999 παρέταξε ομάδα χωρίς ξένους. Λίγο καιρό αργότερα τα Χριστούγεννα του ίδιου χρόνου η Τσέλσι του Βιάλι έκανε ακριβώς το αντίθετο, παρέταξε εντεκάδα μόνο με ξένους παίκτες. 

Πριν από λίγα χρόνια μια ακόμα αγγλική ομάδα, η Άρσεναλ σε αγώνα Τσάμπιονς Λιγκ δεν είχε ούτε έναν Άγγλο στη αποστολή της, αφού ο Αρσέν Βενγκέρ δήλωσε δεκαοκτάδα μόνο με ξένους. Αξιοσημείωτο επίσης είναι το γεγονός ότι στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2004 ανάμεσα στην Πόρτο και την Μονακό στο «Αουφ Σάλκε Αρένα» οι παίκτες των δύο ομάδων προέρχονταν από δεκαέξι χώρες. 

Το παράδοξο στις υπόθεσης είναι ότι οι παίκτες δεν ήταν μόνο από την Ευρώπη αλλά από χώρες όπως το Τόγκο, το Κονγκό και την Νότιο Αφρική και είχαν εξασφαλισμένο κοινοτικό διαβατήριο για να μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα σε όποιον ευρωπαϊκό σύλλογο επιθυμούσαν. 

Και φυσικά επειδή στην Ελλάδα πασχίζουμε για να εναρμονιστούμε με τα ευρωπαϊκά δεδομένα δε θα μπορούσαμε να μείνουμε αμέτοχοι σε αυτό. Τα ποδοσφαιρικά μας σύνορα έχουν ανοίξει για τα καλά και κάθε μεταγραφική περίοδο οι ομάδες της χώρας μας κοντράρονται για το ποια θα φέρει τους καλύτερους ξένους παίκτες. 

Η Αθλέτικ Μπιλμπάο, η μοναδική ομάδα που μαζί με την Ρεάλ Μαδρίτης και τη Μπαρτσελόνα δεν έχει υποβιβαστεί ποτέ στην Ισπανία, επιμένει να έχει στο ρόστερ της μόνο Βάσκους. Κάποιοι έχουν κατηγορήσει το σύλλογο για εθνικισμό ωστόσο τα μέλη της ομάδας απαντούν με ένα σλόγκαν: «Δεν χρειαζόμαστε τους εισαγόμενους, έχουμε τους δικούς μας παίκτες και οπαδούς» («Con cantera y aficion, no hace falta importacion»). Πλέον όμως οι Βάσκοι είναι εξαίρεση στον κανόνα… 

Τι κάνει τώρα ο Μποσμάν ;

Ο Ζαν Μαρκ Μποσμάν, ο άνθρωπος που ανέτρεψε τον ποδοσφαιρικό χάρτη προσφεύγοντας στη δικαιοσύνη καταφέρνοντας να γκρεμίσει τα σύνορα για ελεύθερη διακίνηση των κοινοτικών ποδοσφαιριστών προσπαθεί στα 53 του να σταθεί και πάλι στα πόδια του. Ο ξεχασμένος ευεργέτης ουκ ολίγων διάσημων ποδοσφαιριστών, μετά την διαμάχη του με FIFA και UEFA καταστράφηκε οικονομικά με συνέπεια απένταρος να παλεύει με τους δαίμονες του, φτάνοντας στο σημείο να γίνει αλκοολικός. Ο Βέλγος στα 53 του προσπαθεί να σταθεί και πάλι όρθιος.

Παραδέχθηκε πως σήμερα δεν παρακολουθεί καθόλου ποδόσφαιρο... «Δεν παρακολουθώ πλέον ποδόσφαιρο. Είναι ένα προϊόν διαφήμισης και μάρκετινγκ. Τα πάντα είναι αγορά και πώληση. Το 50% των παικτών ζουν μια όμορφη ζωή, όμως το υπόλοιπο 50% περνάει άσχημα. Βλέπω ειδικά στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης πως υπόσχονται συμβόλαια στους παίκτες τα οποία δεν τηρούν». 

Ο άλλοτε ποδοσφαιριστής της Σταντάρ Λιέγης αναφέρθηκε στους αγαπημένους του ποδοσφαιριστές έχοντας στην κορυφή τον Ντιέγκο Μαραντόνα. «Μου άρεσε ένα ποδοσφαιριστής με σπουδαία τεχνική κατάρτιση που έπαιξε σε Άντερλεχτ και Ρεάλ Μαδρίτης. Αναφέρομαι στον Χουάν Λοθάνο. Ο Γιόχαν Κρόιφ ήταν επίσης σπουδαίος. Επίσης μου άρεσε ο Ρένζενμπρινκ. Από τους σύγχρονους παίκτες ο Κριστιάνο Ρονάλντο είναι παίκτης μεγάλης κλάσης. Για μένα πάντα δεν υπάρχει δίλημμα Μέσι-Ρονάλντο. Ο κορυφαίος όλων είναι ο Μαραντόνα».


Ο παλαίμαχος Βέλγος μέσος χαρακτήρισε την επικράτηση επί του αλκοόλ ως την μεγαλύτερη νίκη στη ζωή του. «Η μεγαλύτερη νίκη μου ήταν ενάντια στο αλκοόλ. Ήθελα να γίνω ο πιο διάσημος ποδοσφαιριστής, έχω θέση στην ιστορία του ποδοσφαίρου, αλλά το πλήρωσα ακριβά. Όλα τα χρήματα που κέρδισα πήγαν στους δικηγόρους. 

Θέλω απλά μια μικρή ευγνωμοσύνη, να ξέρει ο κόσμος πως υπάρχει ένας άνθρωπος πως για να βρει το δίκιο του έδωσε τα πάντα». 

Ελάχιστοι ήταν οι ποδοσφαιριστές που στάθηκαν στο πλευρό του. Οι αδερφοί Ντε Μπουρ και ο Ραμπιό δεν τον ξέχασαν... «Ο Φρανκ και ο Ρόναλντ Ντε Μπουρ όταν έμειναν ελεύθεροι από την Μπαρτσελόνα μου έδωσαν 2.500 ευρώ. 

Από τη νέα γενιά ένας πολλά υποσχόμενος παίκτης είναι ο Αντριάν Ραμπιό. Μια μέρα ξύπνησα με ένα τηλεφώνημα. 

Ήταν η μητέρα του που μου είπε: 'Δεν θέλω ο κόσμος να ξεχάσει τι έχεις έχεις κάνει για τους ποδοσφαιριστές. Θα κάνουμε κάτι για σένα».

 Πηγή: { sday.gr ,http://www.gazzetta.gr }



Αν σας άρεσε το θέμα κάντε ένα "Like" και κοινοποιήστε το στους Φίλους σας...!

ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ; ...ΚΑΝΕ LIKE

Back to Top